Ο Νίκος Καπετανίδης και η «Εποχή» του… Άρθρο του Δημητρίου Σ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτη)

Τι παράξενο ήταν εκείνο το γύρισμα του 19ου αιώνα προς τον 20ο; Και οι δυό δεκαετίες που ακολούθησαν! Αλήθεια! Τι παράξενο! Πράματα φοβερά και τρομερά γίνηκαν στην Ευρώπη, τη Μικρασία και την Εγγύς Ανατολή! Αυτοκρατορίες διαλύθηκαν (Αυστροουγγαρία, Οθωμανική, Ρωσική), έθνη γεννήθηκαν, αλύτρωτοι λαοί διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους και κάποιοι την απέκτησαν. Κι ύστερα ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος με δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς, η θανατηφόρος Ισπανική γρίπη, εκτοπίσεις, απελάσεις, γενοκτονίες, …

Θα ‘λεγε κανείς πως ο Θεός αίφνης θύμωσε με το γένος των ανθρώπων και βάλθηκε να τους ξεπαστρέψει.

Από την άλλη, στα ίδια χρόνια, οι τέχνες και οι επιστήμες στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, άνθισαν με εκπληκτικές αναλογίες που θύμιζαν την Ιώνια πολιτιστική επανάσταση του 7ου π. Χ. αιώνα. Καθώς κι εκείνη του 17ου αιώνα, με τον Γαλιλαίο, τον Κέπλερ, τον Νεύτωνα και τόσους άλλους. Στο γύρισμα του αιώνα ανακαλύπτονται οι μη ευκλείδειες γεωμετρίες, η ειδική θεωρία της σχετικότητας, η κβαντική μηχανική και ο κατάλογος, μακρύς, ατέλειωτος…

Θα ‘λεγες πως ο ίδιος ο Θεός φαίνεται πως αίφνης άλλαξε διάθεση και χάριζε απλόχερα την δημιουργική έμπνευση στο αχάριστο σπαρασσόμενο ανθρώπινο γένος…

Το λοιπόν, τότε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο μέγας ασθενής, ήτο υπό διάλυσιν. Όλες οι πρότερες προσπάθειες νεκρανάστασής της απέτυχαν. Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις, σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους, δολοπλοκούσαν για την μοιρασιά της και παζάρευαν τις ζώνες επιρροής τους. Σκόρπισαν σ’ όλη τη Μικρασία, τους δραγουμάνους, τους μισιονάριους προτεστάντες και καθολικούς, τους διπλωμάτες. Όλοι τους ωσάν τους κόρακες περιφέρονταν γύρω απ’ τη ετοιμοθάνατη σάρκα της Αυτοκρατορίας, εφορμώντας κάθετα κι αρπάζοντας όλο και κάτι από τις αιμάσσουσες πληγές της.

Καθότι, ‘’δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται…’’

Οι Αρμένιοι, πανταχού παρόντες στην Αυτοκρατορία με δύναμη και αυτοπεποίθηση, ζητούν αυτονομία και ανεξαρτησία. Οι Άραβες το ίδιο, ενώ τα Βαλκάνια έβραζαν. Κι οι Έλληνες; Με αδιάλειπτη παρουσία αιώνων σχεδόν σε όλη την επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντάλλασσαν πάντοτε μια και μόνη ευχή μέσα απ’ την καρδιά τους: ‘’Και του χρόνου εις την Πόλη’’

Και πού δεν είχαν ρίζες και φωλιές οι Ρωμιοί! Πόντος, Ιωνία, Θράκη, Μακεδονία, ακόμη και στις εσχατιές της Ανατολίας, Ερζερούμ, Καρς, Καππαδοκία… Κι εκεί στη Μικρασία οι Έλληνες ήταν πολυπληθέστεροι από εκείνους που ζούσαν στο μικρό κρατίδιο που απελευθερώθηκε έναν σχεδόν αιώνα πριν.

Ο τελευταίος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, κλεισμένος στο παλάτι του, ανέμενε το μοιραίο που ωστόσο αργούσε. Υπήρξε παραδόξως μακρόχρονη η βασιλεία του. Ώσπου μιαν ημέρα έφθασαν στο παλάτι του τέσσερις βουλευτές του Οθωμανικού Κοινοβουλίου και του ανήγγειλαν την εκθρόνισή του. Ανάμεσά τους και κάποιος Εβραίος Σαλονικιός, ο Καράσο, επιφανές μέλος των Νεότουρκων που ‘ταν σύνδεσμος ανάμεσα στο νεοτουρκικό κομιτάτο ‘’Ένωση και Πρόοδος’’ και τη μασονική στοά Macedonia Risorta.

Το λοιπόν, είναι τα γεγονότα που συνέβησαν εκατό χρόνια πριν, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνος που έδωσαν σχήμα και μορφή στον κόσμο όπως σήμερα τον γνωρίζουμε. Επιπλέον, τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου (1914-1918) και η πενταετία που ακολούθησε μέχρι το 1923, καθόρισαν μοιραία και πιθανότατα αμετάκλητα τη μοίρα του Ελληνισμού. Από τη στιγμή που ο Πόντος, η Ιωνία, η Ανατολική Θράκη και τόσοι άλλοι τόποι όπου από αιώνων μεγαλουργούσαν οι Έλληνες, εχάθησαν, ήταν επόμενο η Ελλάς να συρρικνωθεί και να καταντήσει το σημερινό κρατίδιο που όλοι γνωρίζουμε και υπομένουμε.

Ο Νίκος Καπετανίδης έζησε μόνον 32 χρόνια (1889-1921), τα περισσότερα στην περικλεή πρωτεύουσα του Πόντου, την Τραπεζούντα και στη χρονική περίοδο που αναφέραμε. Είχε την ατυχία να ζήσει σε χρόνους χαλεπούς. Σε χρόνους όπου η ρωμιοσύνη έμοιαζε με μικρό καρυδότσουφλο που πάλευε ενάντια σ’ ανταριασμένα κύματα. Δυστυχώς, με καπεταναίους άμαθους, λειψούς, σπιθαμιαίους. Αλίμονο!

Ή μήπως είχε την τύχη να ζήσει τότε; Να ζήσει εκείνα ακριβώς τα χρόνια. Καθότι οι δύσκολοι καιροί άνδρες ωσάν και τον Καπετανίδη έχουν χρεία. Να μην λογαριάζουν κινδύνους, να μην τρομάζουν εμπρός στο θάνατο, να ‘χουν τις υποθέσεις του Γένους δική τους ατελεύτητη έγνοια.

Άραγε τι θα απαντούσε ο ίδιος εάν μπορούσε σήμερα να σταθεί εμπρός μας; Τι απάντηση θα έδινε στον εαυτό του, στην ερώτηση: ‘’έπιασε άραγε τόπο η θυσία μου;’’ Σήμερα, εκατό χρόνια μετά, εμείς ξέρουμε ότι η ζωή του δεν πήγε στα χαμένα. Εάν ακόμη είναι αναμμένη τούτη η φλόγα που σιγοκαίει και κρατά ζεστή στις καρδιές πολλών την αγάπη για το γένος, στάθηκε και η δική του ζωή προσάναμμα που δεν την άφησε να σβήσει.

Μέσα σ’ αυτά τα ολίγα, τα πυκνά, τα μεστά χρόνια ο Καπετανίδης, είδε, βίωσε τα πάντα. Και κυρίως έγραψε γι’ αυτά. Όμως, δεν ήταν ο άνδρας που οπλοφορούσε και βόλιζε μόνον με την πένα του. Ήταν κι ένας άνδρας ενεργός, αεικίνητος, με στόχους και οράματα εθνικά. Άνδρας της πράξης κι όχι μόνον των λόγων.

Ήταν ο Ίων Δραγούμης του Πόντου!

Γρήγορα κόπηκε το νήμα της ζωής και των δύο. Την ζωή του Ίωνα, την αφαίρεσαν ύπουλα οι τραμπούκοι του «εθνάρχη» Βενιζέλου, οι ξακουστοί Κρητικοί Γυπαραίοι, προφανέστατα σε διατεταγμένη υπηρεσία. Δεκατρείς σφαίρες και πέντε χτυπήματα με ξιφολόγχη. Ενώ του Καπετανίδη, που έτρεφε απεριόριστη εκτίμηση για τον Ίωνα, δημοσίευε κείμενά του και θρήνησε για το χαμό του, η αγχόνη των Τούρκων, του Κεμάλ Ατατούρκ, δυό χρόνια αργότερα.

Ο Δραγούμης, όταν ξεψυχούσε, αντίκρισε με ολύμπια ψυχραιμία τους εκτελεστές του κατάματα και δεν ζήτησε τον οίκτο τους. Ο Καπετανίδης, όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου Εμίν μπέης αιτιολόγησε την δι’ απαγχονισμού ποινή του με το σκεπτικό ότι απεργαζόταν την ανεξαρτησία του Πόντου, εκείνος έσπευσε να τον διορθώσει λέγοντας: ‘’Όχι, κύριε πρόεδρε, εγώ ήθελα την απευθείας ένωση του Πόντου με την Ελλάδα’’.

Ήταν εκείνη η μαύρη μέρα της 21ης του Σεπτέμβρη στη Αμισό, τότε που ‘’οι τσέτες κρεμάσαν τον Χριστό’’, κατά πως τραγουδά κι η Μπέλου στον ‘’Αη Λαό’’. Αχ! Και πόσο ταιριάζει του Καπετανίδη τούτο το τραγούδι! Ωσάν να γράφτηκαν οι στίχοι του Μπουρμπούλη για κείνον! Και, μα την αλήθεια! Στο νου φέρνει και τους αντάρτες του Πόντου… και τη μαύρη μοίρα του ελληνισμού. Ιδού:

‘’…στον ουρανό που κάναμε ταβάνι,

δε βλέπουμε τις νύχτες ξαστεριά,

κουρσάροι Φράγκοι, Βενετσιάνοι,

μας πούλησαν για γρόσια και φλουριά…’’

Έγραφεν ο Καπετανίδης απ’ τη φυλακή στους οικείους του, προσμένοντας το λυτρωμό της αγχόνης:

‘’…περιουσίαν δεν έχω να διαθέσω… έχω χρέη αρκετά. Λυπούμαι βαθύτατα γιατί δεν επρόλαβα να τα εξοφλήσω…’’

‘’…Η μητέρα μου ας είναι καρτερική, ας υπομένει. Η ζωή είναι πόνος. Ας παρηγορηθεί που ως στρατιώτης έπεσα για κάποια ιδέα…’’

‘’…Ο πατέρας μου ας με συγχωρέσει για ό,τι τον επίκρανα…’’

‘’…Η Αγλαΐα μου ας καρτερήσει, ας υπερηφανευτεί πως ο άνδρας της έπεσε για κάποιαν ιδέα…’’

‘’… ο αδελφός μου καρτερικός, ας πέσει στον κοινωνικό αγώνα διότι αφήνω υποχρεώσεις και βάρη πολλά…’’

‘’… όσους επίκρανα, επίκρανα όχι από κακή καρδιά… εδούλεψα όσον ημπορούσα για την πατρίδα. Από τη νέα γενιά πιστεύω στον υψωμό της…’’

‘’…Ενθυμούμαι και την «Εποχή». Μού φαίνεται πάντοτε πως ήταν ωσάν πρόδρομος στην πνευματική αναγέννηση του τόπου μας…’’

Πάει λίγος καιρός τώρα που ο βίος και η πολιτεία του εθνομάρτυρα Καπετανίδη είναι η καθημερινή μου συντροφιά και, κάθε φορά εκπλήσσομαι με όσα ανακαλύπτω για τον άνδρα και ακόμα περισσότερο για το σκηνικό μέσα στο οποίο έζησε κι έδρασε. Ο λόγος της ενασχόλησής μου αυτής, είναι η μυθιστορία με την οποία καταπιάστηκα, όπου ο Καπετανίδης είναι δευτεραγωνιστής (καθότι ο ήρωας είναι πάντα φανταστικός). Το λοιπόν, κάθε φορά που ανατρέχω στα γεγονότα του βίου του, τα οποία δυστυχώς δεν είναι εν πολλοίς γνωστά (για έναν συγγραφέα τούτο μπορεί να είναι συνάμα προνόμιο και κατάρα), συνειδητοποιώ ότι η καρδιά του έθνους μας κτυπούσε δυνατότερα εκεί στις εσχατιές της Μικρασίας, απ’ ότι εδώ, στην παλιά Ελλάδα. Το αίμα των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, κυλούσε πιο ζεστό στις φλέβες και έδινε ξεχωριστό νόημα στην ύπαρξη του έθνους μας. Αντίθετα με το παγωμένο αίμα των πολιτικών της παλιάς Ελλάδος, που διέσωζαν ατόφια όλα εκείνα τα ελαττώματα που ακολουθούν τον χαρακτήρα του Έλληνος παλαιόθεν. Να ήταν άραγε ο ξένος ζυγός, η διαρκής έξωθεν απειλή που κρατούσε τους Έλληνες του Πόντου και της Ιωνίας εν εγρηγόρσει, δημιουργικούς; Ποιος ξέρει; Πάντως, το ρυθμό των κτύπων αυτής της καρδιάς, τον έδιδαν άνδρες και γυναίκες ωσάν τον Καπετανίδη.

Ο Νίκος Καπετανίδης είναι σαφές ότι από εκείνη τη μικρή, απόμακρη γωνιά του ελληνισμού της Μικρασίας, δεν ημπορούσε να έχει πλήρη εικόνα του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής. Ακόμη κι εμείς σήμερα, εκατό χρόνια μετά, κι αφού έχει εκπονηθεί πληθώρα μελετών και ανοίχτηκαν αρκετά (φυσικά όχι όλα) απόρρητα αρχεία μυστικών υπηρεσιών κρατών, δυσκολευόμαστε να βάλουμε σε τάξη και να εννοήσουμε τα γεγονότα, να ανιχνεύσουμε τις αιτίες τους, να εξηγήσουμε τη σημασία τους, να αποτιμήσουμε τις συνέπειές τους. Πόσο μάλλον τότε ο Καπετανίδης. Παρόλο που ήταν εκδότης εφημερίδος, αρθρογράφος, πολυδιαβασμένος, απόφοιτος του περικλεούς Φροντιστηρίου της Τραπεζούντος και συνδαιτυμόνας πολλών προσωπικοτήτων της πόλης με διασυνδέσεις και επιρροή. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Και ποιος μπορούσε τότε να έχει πλήρη εικόνα; Ακόμα κι οι φανεροί πρωταγωνιστές (βασιλιάδες, αυτοκράτορες, πρωθυπουργοί, πρέσβεις) και αφανείς (κατάσκοποι μυστικών υπηρεσιών, έμποροι όπλων, τραπεζίτες, βαρόνοι του Τύπου), που σχεδίαζαν τότε τον μελλοντικό κόσμο και χάρασσαν ζώνες επιρροής στους χάρτες τους, διαπίστωναν ότι τα σχέδιά τους, συχνά, δεν έβγαιναν. Αυτή άλλωστε είναι και η μοιραία ομορφιά της Ιστορίας. Όταν μεγαλοσχήμονες και μεγαλορρήμονες προσωπικότητες κάμουν σχέδια επί χάρτου, χαράσσουν σύνορα κρατών, αποφασίζουν για τις τύχες εθνών, ο Θεός (της Ιστορίας), γελά.

Η τύχη του Πόντου και της Ιωνίας τότε, ήταν, μεταξύ άλλων πολλών ζητημάτων, αντικείμενο συζήτησης όχι μόνο στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη και στα κοινοβούλια όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και αρκετών μασονικών στοών. Πίσω από τις κλειστές πόρτες εκείνων των στοών παίρνονταν αποφάσεις και ετίθεντο σε κίνηση μηχανισμοί που επεδίωκαν να ρυθμίσουν τις τύχες ολόκληρων λαών. Ξέρουμε πια: το μοιραίο για τον ελληνισμό της Ανατολής Νεοτουρκικό κίνημα, γαλουχήθηκε και στηρίχθηκε οικονομικά στην Ιταλική μασονική στοά της Θεσσαλονίκης. Και το τι σηματοδότησε η επικράτηση του Νεοτουρκικού κινήματος για την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, εμείς οι Πόντιοι και ακόμη καλύτερα οι Αρμένιοι, το γνωρίζουμε πολύ καλά. Το λοιπόν, είναι τόσοι πολλοί και αστάθμητοι οι παράμετροι που οδηγούν τα βαριά και αργοκίνητα βήματα της Ιστορίας, που ακόμα και οι ισχυροί, οι νικητές, προδίδονται. Τρέχουν ασθμαίνοντες, καταϊδρωμένοι πίσω της. Πώς να συγκρατήσεις το γάργαρον ύδωρ της Ιστορίας μέσα στις ανοιχτές παλάμες και να πιείς;

Ο Καπετανίδης ήταν εικοσάχρονος όταν ακούστηκε ότι συνέβη κάτι σαν επανάσταση εκείνον τον Ιούλιο του 1908 στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη Θεσσαλονίκη. Δεν γνωρίζουμε εάν παρασύρθηκε αρχικά και πίστεψε κι αυτός τις επαγγελίες και τις εξαγγελίες της για ισότητα, ελευθερία και δικαιοσύνη για όλα τα μιλέτια της Αυτοκρατορίας. Το σίγουρο πάντως είναι ότι σύντομα αντιλήφθηκε ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως φαίνονταν. Και αντέδρασε…

Σημειώνει πολύ σωστά η αείμνηστη Έλλη Σκοπετέα στο βιβλίο της ‘’Η Δύση της Ανατολής’’: «Η αντίθεση μεταξύ προθέσεων και αποτελεσμάτων είναι συνήθης στις επαναστάσεις: που ποτέ δεν είναι, αποκλειστικά, υπόθεση των πραγματικών ή ηθικών τους αυτουργών, επειδή ποτέ μια επανάσταση δεν μπορεί να προγραμματίσει επακριβώς τις δυνάμεις που θα απελευθερώσει. Το ασύνηθες στη συγκεκριμένη περίπτωση (στην επανάσταση των Νεοτούρκων σ.σ.) έγκειται, αφενός, στο μέγεθος της αντίθεσης. Στην τεράστια απόσταση (που διανύθηκε σε συντομότατο χρονικό διάστημα), από το οικουμενικό ευφρόσυνο ξεκίνημα –Μουσουλμάνων, Εβραίων, Χριστιανών- ως το τέλος που γράφτηκε μέσα στο αμοιβαίο μίσος».

Ήταν πράγματι μια παράξενη επανάσταση. Με ρίζες αρκετά παλιές, με σφηκοφωλιές στις ευρωπαϊκές πόλεις, με οργάνωση μυστική δίχως εμφανή κεφαλή, με αλλοεθνείς ομάδες ταγμένες στο πλευρό της. Απ’ τους ντονμέδες της Θεσσαλονίκης (εξισλαμισθέντες Εβραίους), μέχρι τους κομιτατζήδες του «αναρχικού» Σαντάνσκι). Ακόμη κι Έλληνες αντάμα με Αρμένηδες. Οι Δυτικοί, που ‘χαν τότε για τσιφλίκι τους την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εύλογα ανησύχησαν για τα εκεί κεκτημένα τους (καθεστώς Διομολογήσεων, Ταχυδρομεία, τις εξουσίες των πρέσβεων και των δραγουμάνων, τις επενδύσεις). Ενώ λίγους μήνες πριν την επανάσταση αντιμετώπιζαν την κατάσταση με σαρκασμό: (έγραφε διασκεδάζοντας ο Noel Buxton, πως «τα βαλκανικά κράτη μοιάζουν με έθνη-παιδιά, που παίζουν με τα συντάγματά τους σαν να ήταν παιγνίδια – και τα παιγνίδια σπάνε», (αλήθεια, ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει γι’ αυτό;). Καθώς και: «για τον δυτικισμό τους που συμβάλει στο χιούμορ και στη γραφικότητα του βαλκανικού τοπίου…»

Ώσπου… άρχισαν να ανησυχούν. Στην ετήσια έκθεσή του για την κατάσταση στην Τουρκία, έγραφε στις αρχές του 1909 ο Sir G. Lowther: «Αυτό το απόκρυφο σώμα, το Νεοτουρκικό Κομιτάτο, εργάστηκε από την αρχή με πολύ μυστήριο. Δεν είχε αναγνωρισμένο αρχηγό. Κατά καιρούς εμφανίστηκαν πρόσωπα που ελέγετο ότι ήταν ηγετικά στελέχη, αλλά εξαφανίζονταν για να δώσουν την θέση τους σε άλλους. Άλλοτε μας έλεγαν ότι το αρχηγείο είναι στη Θεσσαλονίκη, άλλοτε στην Κωνσταντινούπολη, άλλοτε πάλι στο Μοναστήρι. Κανένα άτομο δεν προήδρευσε σε μόνιμη βάση. Φαινόταν πως είχαν την επιθυμία να αποφύγουν το ενδεχόμενο να βγει οποιοσδήποτε στο φως…»

Πράγματα περίεργα, δυσεξήγητα. Στην Τραπεζούντα του Καπετανίδη, οι Ρωμιοί, όπως και αλλού στην Μικρασία, ευρίσκονταν μεταξύ σφύρας και άκμονος. Το Κρητικό ζήτημα, και αργότερα η νίκη της Ελλάδος στους βαλκανικούς πολέμους, η απώλεια των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χειροτέρεψαν την θέση τους. Άδικες φορολογίες, μποϊκοτάζ ελληνικών προϊόντων και καταστημάτων, κατάργηση των από αιώνων υφιστάμενων προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου… και πάει λέγοντας. Μέσα από την αρθρογραφία του, ο Καπετανίδης όρθωνε το ανάστημά του. Έγραφε για όλους και για όλα! Ύστερα ήρθεν ο Μεγάλος Πόλεμος. Μαζί με το μεγάλο κακό που άρχισε. Καθότι ο πόλεμος καλύπτει και ενίοτε, «δικαιολογεί» τα πάντα… οι μάσκες έπεσαν κι οι Νεότουρκοι άρχισαν να θερίζουν πρώτα το καλαμπόκι (Αρμένηδες), πριν καταπιαστούν αργότερα με το στάρι (Έλληνες)…

Πώς να διαχειριστεί ένας νέος άνδρας σαν τον ήρωά μας αυτό τον καταιγισμό γεγονότων; Πώς να τα εννοήσει, πώς να τα αποτιμήσει; Και κυρίως, πώς να πράξει;

Ο Καπετανίδης ήταν βαθύτατα ποτισμένος με τα εθνικά ιδανικά της πατρίδος του. Μολυσμένος με το καρκίνωμα της ελευθερίας του Πόντου και της ένωσής του με την μητέρα Ελλάδα. Αυτά άλλωστε ήταν και τα τελευταία λόγια του, στο ικρίωμα πριν παραδώσει την ψυχή του.

Απαγχονίστηκε στην Αμάσεια, μαζί με δεκάδες άλλους σπουδαίους άνδρες του Πόντου, αφού καταδικάστηκε για την εθνική του δράση από τα περίφημα ‘’Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας’’ του Κεμάλ Ατατούρκ. Ναι, εκείνου του ίδιου Κεμάλ, που εγεννήθη στη Σαλονίκη, δίχως κανείς να γνωρίζει από πού κρατούσε η σκούφια του. Ήταν ο Κεμάλ, Εβραίος ντονμές, ήταν Έλληνας, Αλβανός, Σλάβος, Τούρκος; Ποιος ξέρει;

Το λοιπόν, ο μοιραίος αυτός άνδρας για τους Έλληνες… ο Ατατούρκ (πατέρας) για τους Τούρκους, αφύπνισε την εθνική συνείδηση των Τούρκων και εκμηδένιζε τα φιλόδοξα οράματα των Ελλήνων. Κι ήταν αυτός ο ίδιος ο Κεμάλ Ατατούρκ προς τον οποίον, ο οσφυοκάμπτης Έλλην πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο νεκροθάφτης του εκτός ελεύθερης Ελλάδος ελληνισμού, χρόνια μετά, εφύλαξε για τον άνδρα τη μέγιστη τιμή! Τον επρότεινε (ο αθεόφοβος!) με επίσημο έγγραφό του στη Σουηδική Ακαδημία, αυτόν! τον Κεμάλ, τον δήμιο και σφαγέα των Ελλήνων της Μικρασίας, ως άξιο να του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης!

Τούτη τη χρονιά συμπληρώνονται ακριβώς εκατό χρόνια από το μαρτυρικό θάνατο του Καπετανίδη. Επί πολλά έτη αρθρογραφούσε σε έντυπα της Τραπεζούντος. Στο ‘’Φάρο της Ανατολής’’ των αδελφών Σεράση, στην ‘’Εθνική Δράση’’, στην ‘’Επιθεώρηση’’ του Φίλωνα Κτενίδη και αλλού. Ώσπου, κατά την περίοδο της ρώσικης κατοχής της Τραπεζούντος (1916-1918) εξέδωσε τη δική του εφημερίδα. ‘’Σάλπιξ’’ ήταν ο τίτλος της. Και όταν οι Ρώσοι αποχώρησαν παραδίδοντας την πόλη στους Τούρκους, ενώ πολλοί νέοι φοβήθηκαν και εγκατέλειψαν την Τραπεζούντα, ο Καπετανίδης, όχι μόνον παρέμεινε, αλλά εξέδωσε αργότερα και την μαχητικότερη εφημερίδα του Πόντου, την ‘’Εποχή’’. Δεν δείλιασε. Και μάλλον γνώριζε πολύ καλά ότι κάτω από την υπογραφή κάθε άρθρου του, υπέγραφε ταυτόχρονα την θανατική του καταδίκη. Έγραψε κάποτε στον φίλο του Φίλωνα Κτενίδη που πολεμούσε ως αξιωματικός του ελληνικού στρατού στα βάθη της Μικρασίας το έτος 1921: «Νοιώθω ότι στο μέτωπο, εσύ διατρέχεις λιγότερους κινδύνους από εμένα. Να ξέρεις πως δεν στέκει γερά το κεφάλι στους ώμους μου… Μα αυτό δεν σημαίνει και πολλά… Κοιτάξτε να κάμετε τη δουλειά σας και δεν πειράζει εάν λείψουν και μερικά κεφάλια σαν και το δικό μου. Χαλάλι για την ελεύθερη πατρίδα…»

Τα άρθρα του, οι απόψεις του, οι κρίσεις του, είναι μνημεία λόγου, πνεύματος ακτινοβόλου και περίσσιου θάρρους. Ιδού τι έγραφε τον Ιούνιο του 1920, στην ‘’Εποχή’’ ο Καπετανίδης:

‘’… η λαϊκή ψυχή, μορφώνεται και η καλούμενη κοινή γνώμη ποδηγετείται. Και μορφωταί και ηγέται των μαζών είναι οι ολίγοι εκλεκτοί της ανθρωπότητος, φαινόμενα διάττοντα, αναφαινόμενα δια να λάμψουν και να αφήσουν φωτεινήν γραμμήν δια τους ισχυρούς οφθαλμούς. Η δημοσιογραφική ηθική χρεωστεί να αντλήσει δύναμιν από το φως αυτό και η δημοσιογραφική γλώσσα της αλήθειας, αυτής της αλήθειας που κατά τον ποιητή μας δεν φαντάζει μονάχα, αλλά και σφάζει. Η δημοσιογραφική γλώσσα δεν έχει το ίδιον χρώμα και τον ίδιον τόνον με την γλώσσα του όχλου και την γλώσσαν των μαζών. Και παλαίει με μύρια εμπόδια, πίπτει συνήθως και θρυμματίζεται και αφανίζεται. Αι μικρολογίαι και αι εμπάθειαι και οι μωροδοξίαι και όλα αυτά τα μαύρα στίγματα που πληθαίνουν εις την σύγχρονον κοινωνίαν, δεν έχουν τόπον γύρω εις τον βωμόν της δημοσιογραφικής θυσίας. Γύρω εις την ιερότητα ενός υπέρτατου καθήκοντος. Η δημοσιογραφική ηθική και η δημοσιογραφική γλώσσα είναι ίδιον των Αρίστων, όχι των ανίδεων, των χαμηλών, των εμποροβιομηχάνων της ιδεολογίας. Κοινωνίαι μέσα εις τας οποίας αναλάμπει πλούσια και υπέροχα η απροκάλυπτος ηθική της δημοσιογραφίας και αντιλαλεί ως ευφρόσυνος μουσική η γλώσσα της δημοσιογραφίας. Κοινωνίαι παρόμοιαι έχουν πολλά δικαιώματα εις την ελπίδα…’’

Γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν ένας από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Είχε λοιπόν χρέος να καθοδηγεί, να πλάθει το ήθος, τον χαρακτήρα, του λαού. Γράφει κάπου ο Alexandre Koyre, που κατά σύμπτωση γεννήθηκε την ίδια χρονιά με τον Καπετανίδη, στο βιβλίο του «Εισαγωγή στην ανάγνωση του Πλάτωνα»: ‘’Το παράδειγμα των εκλεκτών θα διδάξει το λαό και θα αναμορφώσει τα ήθη του. Εκείνο που καθιστά το λαό ανήθικο, είναι το παράδειγμα μιας διεφθαρμένης άρχουσας τάξης. Πάντοτε η διαφθορά αρχίζει εκ των άνω.’’….

Το λοιπόν, ήξερεν ο Νίκος ότι ήταν ένας από τους εκλεκτούς και ότι έπρεπε να δώσει το καλό παράδειγμα. Κι αυτό έκαμε. Δεν έπραξαν ανάλογα όμως και όλοι οι πνευματικοί και οικονομικοί άρχοντες του Πόντου. Οφείλουμε να το πούμε κι αυτό, καθότι άλλοτε το αγνοούμε κι άλλοτε το αποκρύβουμε συνειδητά. Υπήρξαν κι εκεί, τότε, κάποιοι Ρωμιοί πού ‘ταν, όχι μόνον θλιβεροί εμποροβιομήχανοι της ιδεολογίας και αισχροί θεράποντες του χρήματος, αλλά και επίορκοι, προδότες κοινοί… Κάποιοι τραπεζίτες, μεγαλέμποροι, «άρχοντες», ακόμη και εκδότες εφημερίδων, γλίτωσαν και άλλοι λάκισαν εμπρός στον κίνδυνο, έφυγαν ανενόχλητοι με τις τσέπες γεμάτες. Ποιος ξέρει με τι ανταλλάγματα…

Αλήθεια, γνωρίζουμε ποίος ακριβώς υπήρξεν ο ρόλος της εφημερίδος ‘’Φάρος της Ανατολής’’ των αδελφών Σεράση; Ποίοι λόγοι ώθησαν την Δημογεροντία της Κοινότητος Τραπεζούντος να εκδώσει απόφαση με την οποία επιπλήττει την εφημερίδα για τη στάση της απέναντι στον Μητροπολίτη Χρύσανθο; Και, τέλος, τι ώθησε τον Καπετανίδη να γράψει στις 24 Αυγούστου …. άρθρο με τον τίτλο «Και ολίγη Ιστορία»; Ιδού τι γράφει:

«…όταν το υπουργείο Ταλαάτ απέστειλε ενταύθα επιτροπή για να προβή σε ανάκριση και δεν έβρισκε στοιχεία ενοχής, τότε ο κοινοτικός μας Ιούδας, ο ‘’Φάρος’’, με δυό τρεις ασυνείδητους, αχρείους προσεφέρθη να κάνει την εκδούλευσιν αυτή εις τον Ταλαάτ και τον Εμβέρ, να καταδώσει τραπεζίτας και εμπόρους και επιστήμονές μας … διότι είχαν την ιδέα ότι έκανε τόσα το έθνος μας κατά την Ρωσική κατοχή, ώστε έπρεπε να θυσιάσει δέκα ή είκοσι εκ των προκρίτων μας για να σωθούν οι άλλοι. Και δεν γνωρίζουμε εάν αυτό είναι το πλέον εγκληματικόν ή το άλλο, ότι έφυγε έγγραφο από το γραφείο τους απεσταλέν εις το υπουργείο εσωτερικών της κυβερνήσεως Ταλαάτ καταγγέλον τον Μητροπολίτη και εκλεκτά μέλη της κοινοτητός μας, κατόπιν του οποίου μεταβλήθη αποτόμως η στάση της κυβερνήσεως απέναντι του Μητροπολίτου πάρα του οποίου τις άριστες είχε ως τότε πληροφορίες η κυβέρνηση και του λαού, την άψογιν στάση του οποίου, αρμοδιότατοι αλλοεθνείς εξετίμησαν εν καιρώ…».

Βλέπουμε λοιπόν ότι σε κείνες τις δύσκολες ώρες για τον ελληνισμό του Πόντου, δεν έλειψαν οι έχθρες και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των Ρωμιών. Ο Καπετανίδης πάντως, έπραξε αυτό που του υπαγόρευσε η εθνική του συνείδηση. Παρέμεινε πιστός και θυσιάστηκε για την εθνική ιδέα.

Τι απομένει; Μα, ασφαλώς, να θέσουμε επιτέλους τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Γνωρίζουμε καλώς ποιοι ήταν τότε οι Τούρκοι και τι έπραξαν. Ποταμοί μελάνης έχουν χυθεί (και ορθώς) από την ελληνική πλευρά για το ζήτημα. Δεν είναι πια καιρός να ερευνήσουμε και τα του οίκου μας; Ασφαλώς οι Τούρκοι διέπραξαν εγκλήματα. Μήπως ήρθεν ο καιρός να αναζητήσουμε και τα εγκλήματα που διαπράξαμε εμείς οι Ρωμιοί, πρώτιστα ενάντια στους εαυτούς μας; Τότε;

Οι Τούρκοι σήμερα είναι, ή τουλάχιστον συμπεριφέρονται, ως κυρίαρχοι στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Ήταν τα διαπραχθέντα λάθη των διαδοχικών ελλαδικών ηγεσιών που επέτρεψαν, συνεπικουρούμενες από άλλες ιστορικές συγκυρίες, να είναι έτσι τα πράγματα. Στην εξωτερική πολιτική και στα εθνικά ζητήματα, δεν πρέπει να σκαρφαλώνεις και να κάμεις τον καμπόσο πάνω από ξένους ώμους. Δεν πρέπει να δίνεις πίστη σε υποσχέσεις και κυρίως σε ιδεολογίες. Όσο αυστηρά κι αν μιλούν Γερμανοί, Αμερικάνοι και άλλοι, για τον καταγόμενο εκ Ριζούντος του Πόντου, σημερινό πρόεδρο της Τουρκίας Ταγίπ Ερτογάν, στο τέλος υποχωρούν εμπρός στην οικονομική και γεωπολιτική πραγματικότητα που υφίστανται. Φαίνεται πως ο Κεμάλ Ατατούρκ, είχε αντιληφθεί ορθά τότε, εκατό χρόνια πριν, τι συνέβαινε και είχε σαφώς διαχωρίσει το ευκταίο από το εφικτό. Αντίθετα με τον «εθνάρχη» μας Βενιζέλο, που σχεδίαζε στη φαντασία του χάρτες της Μεγάλης Ελλάδος, που εν τέλει συρρικνώθηκε. Και τώρα; Τι απομένει τώρα; Απομένει το αμείλικτο ερώτημα: πότε επιτέλους θα πάψουμε να επιλέγουμε τους ηγέτες μας από τα μιαρά λύματα της πολιτικής;

Ο Καπετανίδης υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του Βενιζέλου. Και είχε κάθε λόγο να είναι τέτοις, «διαβάζοντας» τα γεγονότα της εποχής. Εάν όμως ζούσε σήμερα, εάν εγνώριζε το παρασκήνιο, ίσως να είχε αλλάξει γνώμη (όχι βέβαια πως θα τασσόταν με το στρατόπεδο των βασιλικών). Καθώς προείπαμε, είναι δύσκολο, πάντοτε, όσο κι αν τα βιώνουμε σε πραγματικό χρόνο, να τοποθετήσουμε τα συμβαίνοντα στο αρμόζον ευρύτερο «πλαίσιο». Χρειάζεται να περάσουν πολλά χρόνια, χρειάζεται υπομονή κι επιμονή, να ξύσουμε την επίστρωση και να δούμε τι κρύβεται από κάτω… Σήμερα εμείς είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να γνωρίζει εκείνος.

Σίγουρα ο Καπετανίδης είχε αρχίσει να υποψιάζεται πολλά. Υπήρχαν πράματα που δεν ημπορούσε να κατανοήσει. Ποτέ όμως δεν εξαπέλυε κατηγορίες και μύδρους αβασάνιστα εναντίον προσώπων που οι ενέργειές τους τον εξένιζαν. Κατέθετε μόνον τις απορίες του στην εφημερίδα του, την θρυλική «Εποχή», και έθετε ερωτήματα. Πολλά ερωτήματα. Κάποια από αυτά, αμείλικτα. Κι όπως όλοι γνωρίζουμε, για να βρεθεί η σωστή απάντηση, πρέπει να τεθεί το ορθό ερώτημα…

Ο ρόλος του Ελευθερίου Βενιζέλου υπήρξε καταλυτικός εκείνη την εποχή. Ειπώθηκε από τον Χάιντεγκερ ότι «οι μεγάλοι άνδρες, κάμουν και μεγάλα λάθη». Και σωστά. Έτυχε τα λάθη του Βενιζέλου να τα πληρώσει η Ιωνία και ο  Πόντος. Ο άνδρας αυτός εμφανίστηκε ωσάν ολετήρας στην πολιτική ζωή της Ελλάδος και σε μια δεκαετία τοποθέτησε την ταφόπλακα του δισχιλιόχρονου ελληνισμού της Μικρασίας, με τις αποφάσεις και τις πράξεις του. Θαμώνας των προθαλάμων των εγγλέζικων λεσχών (δεν του επέτρεπαν να μπει στα άδυτά τους) όπου λαμβάνονταν οι κρίσιμες αποφάσεις, από όχι περισσότερους από είκοσι όλο κι όλο «άνδρες», κωλομπαράδες στην πλειονότητά τους, που ρύθμιζαν τις τύχες του κόσμου. Οι πληρωμένες εφημερίδες ελλαδικές και ευρωπαϊκές τον εστήριζαν αναφανδόν. Έγραφαν ότι Βενιζέλος δήθεν εμάγευε με τις διπλωματικές του ικανότητες του ξένους, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα υπάκουο όργανο του Λόυδ Τζώρτζ, ένας κοινότατος οσφυοκάμπτης…

Ο Καπετανίδης δεν γνώριζε τίποτα απ’ όλα αυτά. Εκεί στον ακριτικό Πόντο το μόνο που ήξερε να κάμει είναι να μάχεται για την εθνική υπόθεση. Μαγεύτηκε κι αυτός από την ισχυρή προσωπικότητα του Βενιζέλου όπως οι μισοί απανταχού Έλληνες. Τον εστήριξε με τα άρθρα του. Δυστυχώς όμως, δεν έζησε για να ιδεί την εθνολέτειρα για το έθνος προδοσία!

Ο Καπετανίδης με τη θυσία του, εκατό χρόνια πριν, εξαγόρασε κι αυτός, ωσάν τον Παύλο Μελά και τον Δραγούμη, την απολεσθείσα εθνική αξιοπρέπεια των Ελλήνων πολιτικών…

Κάποτε, η Ιστορία, που έχει υπομονή και αφήνει αποτυπώματα, ίχνη, θα απονείμει στον άνδρα όσα του οφείλει. Ίσως όμως οι Νεοέλληνες θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι μικρή σημασία έχουν οι τιμές, τα αγάλματα, οι τηλεοπτικές παραγωγές, τα βιβλία και τα αφιερώματα για τον Καπετανίδη. Κείνο που μετρά είναι, ως Έλληνες, να μελετήσουμε την ιστορία μας, πέρα από εθνικιστικές ή φονταμενταλιστικές ιδεολογίες και να αυξήσουμε την μέση κατά κεφαλήν Παιδεία μας. Τότε θα εννοήσουμε την αξία του σύντομου περάσματος από τη ζωή Καπετανίδη και τότε κείνος ο βραχύς βίος του θα αποκτήσει το νόημα που ασφαλώς ο ίδιος θα ήθελε να έχει.

Ο Καπετανίδης ήταν ένα ρόδο ολάνθιστο που σκορπούσε το μύρο του παντού όπου υπήρχαν καρδιές που κτυπούσαν στο ρυθμό της Ελλάδος. Κόπηκε πρόωρα. Αλλά η αίσθηση της παρουσίας του, το άρωμά του, ο λόγος του, τα χνάρια του, είναι εδώ, ευδιάκριτα, για να μας θυμίζουν το χρέος που έχουμε όλοι εμείς να ξεπληρώσουμε προς την πατρίδα μας. Ένα χρέος που ο ίδιος πάσχισε με το παραπάνω να ξεπληρώσει.

Διότι η πατρίδα, ποτέ δεν μας χρωστά. Εμείς της οφείλουμε…

Υστερόγραφο: Έχω την αγαθή τύχη να κρατώ στα χέρια μου σε φωτοτυπίες όλα τα φύλα της εφημερίδος «Εποχή» του Καπετανίδη. Η μελέτη της είναι ιδιαίτερα επίπονη και χρονοβόρα, καθώς το περιεχόμενό της δεν έχει εισέτι μεταγραφεί και ψηφιοποιηθεί. (Οποία εντροπή για εμάς τους Ποντίους!) Τμήματά της είναι φθαρμένα και δυσανάγνωστα. Εκείνο που σίγουρα ισχύει είναι ότι πρόκειται για έναν πραγματικό εθνικό θησαυρό. Μέσα της αποτυπώνεται όλη η εποχή, όλος εκείνος ο πλούτος της Ρωμιοσύνης στον ακριτικό Πόντο. Διαβάζοντάς την κανείς, δεν μπορεί παρά να θέσει εις εαυτόν, τούτο το αμείλικτο και αναπάντητο εισέτι ερώτημα: ‘’εμείς, γιατί φύγαμε από εκεί;’’…

Μοιραστείτε το με τους φίλους σας:
fb-share-icon
, ,