Παιδεία (άρθρο)

του Δημητρίου Σ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτη)

εις μνήμην Ελισάβετ Δήμου (1960-2025)…

Η φάλαγξ δεν ήταν μόνον η γνωστή μακεδονική παράταξη μάχης, ούτε και το οστούν ανάμεσα στους αρμούς των δακτύλων των χεριών. Ούτε βέβαια και η γνωστή σε όλους μας μέθοδος βασανισμού που γινόταν προς αναμόρφωση των αντιφρονούντων της Χούντας στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας.

Όχι! Ήταν επίσης κι ένας τρόπος τιμωρίας για τους αδιάβαστους μαθητές στα σχολεία της Σάντας, εκεί στον ορεινό Πόντο, αλλά και στα ρωμαίικα χωριά του Καυκάσου. Φαίνεται υπερβολικό, αναληθές ίσως… Δεν είναι. Προς επίρρωσιν αντιγράφω μια ωραιότατη (τρόπος του λέγειν) περιγραφή των συνθηκών εκπαίδευσης στην πολυθρύλητη Σάντα περί τα τέλη του προπερασμένου αιώνα (Ποντιακή Εστία, έτος 1953, άρθρο του Στάθη Αθανασιάδη). Ιδού:

 «… στους τοίχους ήταν ζωγραφισμένο ένα μεγάλο τριγωνοειδές μάτι του Θεού ‘’Ος ο πανθ’ ορά’’ και στις άλλες πλευρές ήσαν γραμμένα διάφορα ηθικά και παιδαγωγικά ρητά: ‘’Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου’’, ‘’Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος’’ και άλλα παρόμοια…

‘’… πριν αρχίσει το μάθημα οι μαθητές εκάθoνταν στα θρανία και άρχιζε η ανάγνωση των συλλαβών, λέξεων και φράσεων τις οποίες επαναλάμβαναν όλοι μαζί με φωνές εις όλες τις βαθμίδες της φωνητικής κλίμακος. Το πανδαιμόνιο που γινόταν ήταν τέτοιο, ώστε εάν το συγκρίνει κανείς με την τόσο κακοφημισμένη Χάβρα των Ιουδαίων, η τελευταία δεν είναι παρά μια ευλαβική και σιωπηλή συγκέντρωση…

… υπερβολικές ποινές για τους άτακτους. Νηστεία πολύωρη, ξυλοδαρμός στην παλάμη με βέργες που δεν έσπαζαν εύκολα, ορθοστασία στα δύο ή στο ένα ποδάρι, μουντζούρωμα με τις λέξεις ‘’αμελέστατος’’, ‘’ατακτότατος’’, τέτοιο που να μοιάζει κανείς με αράπη, φτύσιμο και φάλαγγος. Ο φάλαγγος ήταν ένα ξύλο ορθογώνιο έως ενάμιση μέτρο με πάχος 4 έως 5 πόντους και με τις κόχες μυτερές. Οι δυό άκρες είχαν από μια κοψιά, στις οποίες ήταν δεμένο ένα σχοινί μακρύ έως δυόμιση μέτρα. Ξάπλωναν τον τιμωρημένο κατά γης ανάσκελα, έβαλλαν τα δυό του πόδια ανάμεσα στο ξύλο και στο σχοινί κι ύστερα έστρεφαν το ξύλο, κι όσο στρεφόταν το ξύλο, τόσο μαζευόταν το σχοινί και έσφιγγε τα πόδια. Κι ενώ ο δάσκαλος με το ένα χέρι βαστούσε  γερά τον φάλαγγα, με το άλλο χτυπούσε τις γυμνές πατούσες με βέργα ή ραβδί…’’

Συνεχίζω και… ακολουθείτε εάν ευαρεστείσθε και… αντέχετε:

Μαθητής, ενθυμούμαι την μητέρα μου να λέει τον δάσκαλό μου στο Δημοτικό σχολειό τον κ. Αραμπατζή, να με δέρνει όταν δεν ήξερα καλά το μάθημα. Να πίπτει η ράβδος, ούτως ειπείν. Δεν ακολουθούσε την παρότρυνσή της. Απαντούσε πάντοτε μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο. Η μόνη χειροδικία προς το πρόσωπό μου συνέβη άπαξ. Κι ήταν έναν απλό στρίψιμο του αυτιού, όταν συνελήφθην αδιάβαστος. Δεν έκλαψα τότε θυμάμαι. Βούρκωσα μόνον. Όχι από πόνο, αλλά από ντροπή. Συζητώντας το γεγονός με την γιαγιά μου την Κυριακή την Σταυριώτισα (1892-1986) και εκφράζοντάς της το παράπονο γιατί ο δάσκαλος έδειρε μόνον εμένα και όχι τόσους άλλους συμμαθητές μου που έρχονταν συστηματικά αδιάβαστοι, απάντησε χαμογελώντας: «απ’ αυτούς ο δάσκαλος δεν περιμένει και πολλά πράματα, αλλά από εσένα, πολλά». Τότε δεν κατάλαβα, ήμουν μικρός. Τώρα ξέρω. Αυτά συνέβαιναν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 τον περασμένο αιώνα.

Ένα ακόμη παράδειγμα και θα φθάσω σ’ αυτό που θέλω να πω. Και ναι, δεν αντέχω στο πειρασμό, πρέπει να αντιγράψω και πάλι τον Στάινερ (‘’Η βαρβαρότητα της άγνοιας’’, σελ. 23, 24):

‘’Καλύτερα να μάθει κανείς ότι μια αναπηρία είναι ίσα ίσα μεγάλο προνόμιο, δηλαδή σχολή ελπίδας, σχολή θέλησης όπου κάθε πρόοδος βαθμολογείται. Το ότι για να δέσω τα παπούτσια μου, χρειάστηκε σχεδόν ένας χρόνος εξάσκηση τη στιγμή που υπήρχαν φερμουάρ, δείχνει ακριβώς αυτό που λέμε: δηλαδή, αντί να πεις στο παιδί: «θα σε διευκολύνουμε καημένο μου» του λένε: «Είσαι τυχερό, θα σε δυσκολέψουμε!». Χωρίς να είμαι στο ελάχιστο εξεζητημένος, πιστέψτε με, κατάλαβα πάρα πού νωρίς ένα από τα αγαπημένα αξιώματα του πατέρα μου (είναι από τον Σπινόζα), που λέει ότι «το σπάνιο οφείλει να είναι πολύ δύσκολο». Ναι, αυτό είναι. Δεν πρόκειται καθόλου για τιμωρία. Σήμερα που κάθε θεραπεία είναι θεραπεία ευκολίας, νομίζω πως είναι πολύ πιο δύσκολο να μεγαλώσει κανείς με χαρά – και θέλω να υπογραμμίσω τη λέξη χαρά. Τον αγώνα που καταβάλλει κανείς για να λυθούν τα καθημερινά προβλήματα. Ήμουν απίστευτα τυχερός που το είχαν καταλάβει αυτό οι γονείς μου. Δεν ήταν καθόλου σαδιστικό ή φριχτό, απεναντίας: όταν έρχεται η στιγμή της επιτυχίας, ξεσπάει ένα απέραντο γέλιο χαράς…’’

Ένα περιστατικό, μια συνθήκη, που μας οδηγεί δίχως ενδιάμεσες στάσεις από τον Στάινερ, στην περίπτωση του Ραφαήλ. Ενώ ημπορούσε να εισέλθει στο Πανεπιστήμιο δίχως εξετάσεις (το φιλεύσπλαχνον κράτος μας αποφάσισε να καθιερώσει αυτό το «προνόμιο», να τον ευκολύνει…) εκείνος απεκδύθηκε του προνομίου. Έδωσε κανονικά τις εξετάσεις του και συνέβη να πρωτεύσει συγκεντρώνοντας 19.952 μονάδες. Τι κρύβεται πίσω από εκείνη την επιτυχία του, δεν το γνωρίζουν μόνον ο ίδιος και ο περίγυρός του, αλλά και όσοι έχουν παραδοθεί, έχουν υποβάλλει τον εαυτό τους στην βάσανο της προσπάθειας. Όπως και όσοι ξέρουν πως η ευκολία καταργεί τη μάθηση. Θυμίζει εκείνον τον αλλόκοτο αστρονόμο που έπασχε από διπλωπία (είχε στραβωμάρα δηλαδή) κι ενώ η δουλειά του ήταν να παρατηρεί και να καταγράφει τις τροχιές των αστεριών και των πλανητών στον ουρανό, ξεπέρασε την «αναπηρία» του και επινόησε τους νόμους της κίνησης των πλανητών. Ναι, για τον Κέπλερ μιλάμε…

Ας το ομολογήσουμε: από τη στιγμή που φθάσαμε στο σημείο να αλλάξουμε την συνθήκη αυτή, η Παιδεία μας πάει κατά διαόλου. Τι εννοώ; Ποια συνθήκη; Από τότε που υιοθετήσαμε την άποψη (και την καταστήσαμε πράξη στην εκπαίδευση), η μάθηση να μετατραπεί από μια επίμονη και επίπονη, σε μια ευχάριστη διαδικασία, χάσαμε το τραίνο της γνώσης. Όπως κάθε πράγμα στη ζωή, έτσι και η γνώση δεν είναι κάτι που μπορεί να κατακτήσει κανείς άκοπα. Χρειάζεται σύγκρουση, αναμέτρηση με το κείμενο, με τον συγγραφέα, με τη γλώσσα, με τη γραφή. Δεν είναι σκληρότητα αυτό, αλλά πειθαρχεία. Δεν αποκτά (κατακτά) γνώσεις κανείς «καταναλώνοντας» έτοιμες εικόνες, οθόνες με πληροφορίες, βίντεο και φωτογραφίες. Η διαδικασία αυτή αποκοιμίζει την συνείδηση, το μυαλό ατροφεί, γίνεται πιο δεκτικό στην υποτέλεια, στην υποταγή. Ό,τι ακριβώς χρειάζεται δηλαδή, μια εξουσία, οποιαδήποτε εξουσία,

Τι χρειάζεται; Αποστήθιση, απομνημόνευση, αντιγραφή (με το νι και με το σίγμα) ενός κειμένου, διότι έτσι γίνεται πιο κατανοητό, έτσι εκπορθείται. Εδώ χρειάζεται σύγκρουση μετωπική. Κι όποιος επιζήσει. Το κείμενο ή ο αναγνώστης. Κάθε θάνατος από τα βόλια, κάθε σταύρωση με τα καρφιά όμως, της σκέψης, (που άλλο δεν είναι παρά οι λέξεις, η γλώσσα, το κείμενο), ακολουθείται από μιαν Ανάσταση. Το μυαλό πρέπει να περάσει την Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών, να υποφέρει μέχρι να κατανοήσει (να Αναστηθεί), αλλιώς ακρωτηριάζεται. Η γυμναστική του μυαλού είναι πολύ πιο δύσκολη, πολύ πιο ενεργοβόρα από τη γυμναστική του σώματος. Εξαντλεί, είναι αλήθεια. Αλλά με τι μπορεί να συγκριθεί η ανταμοιβή από την κατανόηση ενός δύσκολου κειμένου; Με εκείνο το ‘’ξέσπασμα ενός απέραντου γέλιου χαράς’’ καθώς λέει κι ο Στάινερ’’…

Παράπονο και ανεκπλήρωτο απωθημένο. Ποτέ δεν βγήκα νικητής όταν αναμετρήθηκα με κείμενα των λατρεμένων «εχθρών» μου, του Χάιντεγκερ ή του Βιτγκενστάιν. Ούτε γεύθηκα τους γλυκύτατους καρπούς της κατανόησης σκαρφαλώνοντας στο πολύκλαδο δένδρο του Σπινόζα και του Κίρκεγκωρ. Όσο για κείνον τον πρώτο, τον Χάιντεγκερ, ποτέ δεν θα του συγχωρήσω τον λόγο και τον τρόπο που έγραψε το ‘’Είναι και Χρόνος’’. Προσπάθησα. Μάταια. Έχοντας πάντα κατά νου τον Σπινόζα (‘’είναι δύσκολο επειδή είναι υπέροχο’’). Κάθε πρότασή του ξεπερνούσε τις δυνατότητες του μυαλού μου, την αντίληψή μου. Ωστόσο, δεν κατάφερα τελικά παρά να υποκύψω στη γοητεία και τον μαγνητισμό που άσκησε στη διάνοιά μου. Είναι αλήθεια πως, ό,τι κατανόησα από αυτούς, οφείλεται σε δρόμους παράπλευρους που ακολούθησα. Εννοώ τον σχολιασμό τους από άλλους συγγραφείς.

Και ακόμα, ο Όμηρος, ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης παραμένουν σε αρκετό βαθμό ερμητικά κλειστοί στη διάνοιά μου, εξ αιτίας του ότι δεν έμαθα ποτέ να τους μελετώ από το πρωτότυπο. Και τώρα, αλίμονο! ξέρω πως η ρήση ‘’ποτέ δεν είναι αργά’’ δεν ισχύει στην περίπτωσή μου. Όχι, ‘’είναι πια πολύ αργά’’… Τα έτη που περνούν δεν καταπονούν μόνον το κορμί, αλλά επηρεάζουν και την ευστροφία του πνεύματος. Ξέρετε τι απόλαυσα μόνον κάνοντας παρέα μαζί τους νύχτες αξημέρωτες; Όχι τόσο την κατανόησή τους, όσο την διαολεμένη αντίδρασή μου στην ανικανότητά μου να τους κατανοήσω. Δίχως να το καταλάβω απέκτησα μια διαφορετική στάση «ανάγνωσης» της ζωής, γίνηκα διαφορετικός άνθρωπος.

Υποσημείωση… δίκην συμπεράσματος: Εάν είναι να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο σ’ αυτόν τον πολύπαθο τόπο, τούτο είναι η αύξηση της κατά κεφαλήν Παιδείας των πολιτών του. Είναι εν τέλει προσωπική υπόθεση του καθενός να αντιδράσει στην πνευματική διάβρωση, στην πνευματική νωθρότητα, να επιστρέψει στα δύσκολα, διότι αυτά έχουν αξία. Μια διαπίστωση που σίγουρα θα προσυπέγραφε και η εκπαιδευτικός Ελισάβετ Δήμου (με τους πολλούς ευγνωμονούντες μαθητές της) στη μνήμη της οποίας οφείλεται και κατατίθεται τούτο το ασύγγνωστο (;) κείμενο…

Μοιραστείτε το με τους φίλους σας:
fb-share-icon
,